Λεβοθυροξίνη (Accu-Thyrox): Οδηγίες Χρήσης – Ενδείξεις – Παρενέργειες

Πίνακας Περιεχομένων

Φάρμακο Accu-Thyrox (λεβοθυροξίνη): Αποτελεσματική θεραπεία για τον υποθυρεοειδισμό.

Γενικές Πληροφορίες για τη Λεβοθυροξίνη (Accu-Thyrox, Euthyrox, Levothyroid κ.α.)

Η λεβοθυροξίνη (levothyroxine) είναι ένα συνθετικό θυρεοειδικό φάρμακο που χρησιμοποιείται για τη θεραπεία του υποθυρεοειδισμού. Δημοφιλή εμπορικά σκευάσματα που περιέχουν λεβοθυροξίνη είναι τα Accu-Thyrox, Eltroxin, Euthyrox, Levothyroid κ.α. Η λεβοθυροξίνη αποτελεί το συνθετικό ισοδύναμο της θυροξίνης (Τ4), μίας ορμόνης που παράγεται φυσιολογικά από το θυρεοειδή αδένα. Η ανακάλυψη της λεβοθυροξίνης έγινε το 1927 από τον Βρετανό χημικό Charles Robert Harington, ο οποίος συνέθεσε για πρώτη φορά τη θυροξίνη. Έκτοτε, η λεβοθυροξίνη έχει καθιερωθεί ως η κύρια θεραπεία του υποθυρεοειδισμού, μίας ενδοκρινικής διαταραχής που χαρακτηρίζεται από ανεπαρκή παραγωγή θυρεοειδικών ορμονών. Η παρούσα ανάλυση βασίζεται σε πρόσφατες επιστημονικές δημοσιεύσεις και κατευθυντήριες οδηγίες που αφορούν τη χρήση της λεβοθυροξίνης στην κλινική πράξη, εστιάζοντας στη φαρμακολογία, τις θεραπευτικές εφαρμογές και τις πιθανές παρενέργειες του φαρμάκου.

Η λεβοθυροξίνη είναι ένα συνθετικό ανάλογο της ενδογενούς ορμόνης θυροξίνης (Τ4). Η μοριακή της δομή αποτελείται από δύο βενζολικούς δακτυλίους που συνδέονται με έναν αιθερικό δεσμό και φέρουν τέσσερα άτομα ιωδίου (Shah et al., 2019). Μετά τη χορήγηση, η λεβοθυροξίνη απορροφάται ταχέως από τον γαστρεντερικό σωλήνα και μεταφέρεται στους ιστούς-στόχους, όπου μετατρέπεται στην ενεργή μορφή της, την τριιωδοθυρονίνη (Τ3) (Escobar-Morreale et al., 2015). Οι θυρεοειδικές ορμόνες ασκούν τις δράσεις τους μέσω σύνδεσης με πυρηνικούς υποδοχείς, ρυθμίζοντας τη μεταγραφή γονιδίων που εμπλέκονται σε βασικές μεταβολικές διεργασίες. Η λεβοθυροξίνη κατηγοριοποιείται ως φάρμακο του θυρεοειδούς αδένα και ανήκει στην ευρύτερη κατηγορία των ορμονικών σκευασμάτων. Πιο συγκεκριμένα, κατατάσσεται στα θυρεομιμητικά φάρμακα, καθώς η δράση της προσομοιάζει αυτή των φυσιολογικών θυρεοειδικών ορμονών (Hennessey, 2017). Λόγω των πλειοτρόπων επιδράσεών της στο μεταβολισμό, η λεβοθυροξίνη θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα φάρμακα στην ενδοκρινολογία και τη γενική ιατρική.

 

Θεραπευτικές χρήσεις

Η λεβοθυροξίνη (φάρμακο Accu-Thyrox, Levothyroid κ.α.) αποτελεί τη θεραπεία εκλογής για τις ακόλουθες παθήσεις:

  • Υποθυρεοειδισμός: Η λεβοθυροξίνη χορηγείται ως θεραπεία υποκατάστασης σε ασθενείς με μειωμένη ή ανεπαρκή λειτουργία του θυρεοειδούς αδένα (Hennessey, 2017).
  • Καλοήθης βρογχοκήλη: Η χορήγηση λεβοθυροξίνης μπορεί να οδηγήσει σε μείωση του μεγέθους της βρογχοκήλης σε ευθυρεοειδικούς ασθενείς (Escobar-Morreale et al., 2015).
  • Καταστολή της υποτροπής του θυρεοειδικού καρκίνου: Η λεβοθυροξίνη χορηγείται σε υψηλές δόσεις μετά από θυρεοειδεκτομή για την καταστολή της TSH και την πρόληψη υποτροπής του καρκίνου (Shah et al., 2019).

 

Περιορισμοί χρήσης και Μέτρα προφύλαξης

  • Η λεβοθυροξίνη αντενδείκνυται σε ασθενείς με οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου, οξεία μυοκαρδίτιδα ή οξεία πανκαρδίτιδα (Escobar-Morreale et al., 2015).
  • Απαιτείται προσοχή κατά τη χορήγηση λεβοθυροξίνης σε ασθενείς με καρδιαγγειακές παθήσεις, όπως στεφανιαία νόσο, καρδιακή ανεπάρκεια και αρρυθμίες (Shah et al., 2019).
  • Η απότομη έναρξη θεραπείας με λεβοθυροξίνη σε ηλικιωμένους ή ασθενείς με μακροχρόνιο υποθυρεοειδισμό μπορεί να προκαλέσει στεφανιαία ανεπάρκεια ή έμφραγμα του μυοκαρδίου (Hennessey, 2017).

 

Ειδικές συστάσεις για ευπαθείς ομάδες

  • Έγκυες γυναίκες: Η λεβοθυροξίνη είναι ασφαλής κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Απαιτείται προσαρμογή της δόσης λόγω των αυξημένων αναγκών σε θυρεοειδικές ορμόνες (Escobar-Morreale et al., 2015).
  • Θηλάζουσες μητέρες: Η λεβοθυροξίνη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα, αλλά σε ανεπαρκείς ποσότητες για να επηρεάσει το βρέφος (Shah et al., 2019).
  • Παιδιατρικός πληθυσμός: Η δοσολογία της λεβοθυροξίνης σε παιδιά βασίζεται στο σωματικό βάρος και προσαρμόζεται ανάλογα με τις μεταβολές των θυρεοειδικών ορμονών (Hennessey, 2017).

Δοσολογικό σχήμα και τρόπος λήψης

  • Η αρχική δόση της λεβοθυροξίνης εξαρτάται από παράγοντες όπως η ηλικία, το σωματικό βάρος, η αιτία του υποθυρεοειδισμού και η παρουσία καρδιαγγειακής νόσου (Escobar-Morreale et al., 2015).
  • Η συνήθης δόση έναρξης σε ενήλικες είναι 1,6-1,8 μg/kg/ημέρα, με σταδιακή αύξηση ανά 4-6 εβδομάδες βάσει των επιπέδων TSH (Shah et al., 2019).
  • Η λεβοθυροξίνη λαμβάνεται από του στόματος, κατά προτίμηση με άδειο στομάχι, 30-60 λεπτά πριν το πρωινό γεύμα (Hennessey, 2017).

 

Οδηγίες σε περίπτωση παράληψης δόσης

  • Σε περίπτωση παράληψης μίας δόσης, αυτή θα πρέπει να ληφθεί το συντομότερο δυνατό. Εάν πλησιάζει η ώρα της επόμενης δόσης, η παραληφθείσα δόση παραλείπεται (Escobar-Morreale et al., 2015).
  • Δεν πρέπει να λαμβάνεται διπλή δόση για την αναπλήρωση της παραληφθείσας (Shah et al., 2019).

Τοξικότητα και αντιμετώπιση υπερδοσολογίας

  • Τα συμπτώματα της υπερδοσολογίας λεβοθυροξίνης περιλαμβάνουν ταχυκαρδία, αρρυθμίες, εφίδρωση, τρόμο, ανησυχία και διάρροια (Hennessey, 2017).
  • Σε σοβαρές περιπτώσεις, μπορεί να εμφανιστούν καρδιακή ανεπάρκεια, στηθάγχη, έμφραγμα του μυοκαρδίου ή κώμα (Shah et al., 2019).
  • Η αντιμετώπιση της υπερδοσολογίας περιλαμβάνει τη διακοπή του φαρμάκου, την υποστηρικτική φροντίδα και την παρακολούθηση των ζωτικών σημείων (Escobar-Morreale et al., 2015).
  • Σε απειλητικές για τη ζωή καταστάσεις, μπορεί να χορηγηθούν β-αποκλειστές για τον έλεγχο των καρδιαγγειακών συμπτωμάτων (Hennessey, 2017).

 

Ανεπιθύμητες ενέργειες

  • Οι συχνότερες ανεπιθύμητες ενέργειες της λεβοθυροξίνης σχετίζονται με την υπερθυρεοειδική δράση και περιλαμβάνουν ταχυκαρδία, αρρυθμίες, αϋπνία, τρόμο και απώλεια βάρους (Shah et al., 2019).
  • Άλλες ανεπιθύμητες ενέργειες μπορεί να είναι κεφαλαλγία, εφίδρωση, διάρροια, μυϊκή αδυναμία και δυσανεξία στη ζέστη (Escobar-Morreale et al., 2015).
  • Σπάνιες αλλά σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες περιλαμβάνουν την οστεοπόρωση, την ψευδοόγκο εγκεφάλου και τη θυρεοτοξική κρίση (Hennessey, 2017).
  • Οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνουν τον ιατρό τους εάν εμφανίσουν συμπτώματα υπερθυρεοειδισμού ή άλλες ανεπιθύμητες ενέργειες (Shah et al., 2019).

 

Αλληλεπιδράσεις φαρμάκου

Αλληλεπιδράσεις με άλλα φάρμακα

  • Φάρμακα που επηρεάζουν την απορρόφηση της λεβοθυροξίνης, όπως τα αντιόξινα, τα συμπληρώματα σιδήρου και το ανθρακικό ασβέστιο, θα πρέπει να λαμβάνονται 4 ώρες πριν ή μετά τη λήψη της λεβοθυροξίνης (Escobar-Morreale et al., 2015).
  • Η λεβοθυροξίνη μπορεί να αυξήσει τη δράση των αντιπηκτικών, απαιτώντας προσαρμογή της δόσης (Shah et al., 2019).
  • Τα οιστρογόνα μπορεί να αυξήσουν τις ανάγκες σε λεβοθυροξίνη, καθιστώντας αναγκαία την αύξηση της δόσης (Hennessey, 2017).
  • Η λεβοθυροξίνη μπορεί να μειώσει την αποτελεσματικότητα των αντιδιαβητικών φαρμάκων, απαιτώντας προσαρμογή της αντιδιαβητικής αγωγής (Escobar-Morreale et al., 2015).

 

Αλληλεπιδράσεις με τρόφιμα και ποτά

  • Η απορρόφηση της λεβοθυροξίνης μειώνεται παρουσία τροφής, γι’ αυτό συνιστάται η λήψη του φαρμάκου με άδειο στομάχι, 30-60 λεπτά πριν το πρωινό γεύμα (Shah et al., 2019).
  • Η λήψη της λεβοθυροξίνης με καφέ ή άλλα ροφήματα που περιέχουν καφεΐνη μπορεί να μειώσει την απορρόφησή της (Hennessey, 2017).
  • Τρόφιμα πλούσια σε φυτικές ίνες, όπως το πίτουρο βρώμης και το ψύλλιο, μπορεί να μειώσουν την απορρόφηση της λεβοθυροξίνης και θα πρέπει να καταναλώνονται αρκετές ώρες μετά τη λήψη του φαρμάκου (Escobar-Morreale et al., 2015).

 

Συμπληρωματικά στοιχεία

Φαινόμενα αντοχής στη θεραπεία

Παρά την αποτελεσματικότητα της λεβοθυροξίνης (φάρμακο Accu-Thyrox, Levothyroid κ.α.) στη θεραπεία του υποθυρεοειδισμού, ορισμένοι ασθενείς ενδέχεται να παρουσιάσουν φαινόμενα αντοχής στη θεραπεία. Η αντοχή στη λεβοθυροξίνη (φάρμακο Accu-Thyrox, Eltroxin, Euthyrox, Levothyroid κ.α.) μπορεί να οφείλεται σε διάφορους παράγοντες, όπως η μειωμένη απορρόφηση του φαρμάκου, η αυξημένη δέσμευση στις πρωτεΐνες του πλάσματος ή η ταχεία αποδόμηση των θυρεοειδικών ορμονών (Hennessey, 2017). Σε περιπτώσεις αντοχής, απαιτείται προσεκτική αξιολόγηση του ασθενούς για τον εντοπισμό πιθανών αιτιών και την προσαρμογή της θεραπευτικής προσέγγισης. Η αύξηση της δόσης της λεβοθυροξίνης, η αλλαγή του σκευάσματος ή η προσθήκη άλλων θυρεοειδικών φαρμάκων, όπως η λιοθυρονίνη, μπορεί να βελτιώσει την ανταπόκριση στη θεραπεία (Escobar-Morreale et al., 2015).

 

Αποτελέσματα προκλινικών και κλινικών ερευνών

Προκλινικές μελέτες έχουν διερευνήσει τις φαρμακολογικές ιδιότητες και τους μηχανισμούς δράσης της λεβοθυροξίνης. Σε πειραματικά μοντέλα υποθυρεοειδισμού, η χορήγηση λεβοθυροξίνης οδήγησε σε αποκατάσταση των επιπέδων των θυρεοειδικών ορμονών και βελτίωση των μεταβολικών παραμέτρων (Shah et al., 2019). Κλινικές μελέτες έχουν καταδείξει την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια της λεβοθυροξίνης στη θεραπεία του υποθυρεοειδισμού. Σε μια μετα-ανάλυση που περιελάμβανε 21 τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες δοκιμές, η λεβοθυροξίνη υπερείχε του εικονικού φαρμάκου στη βελτίωση των συμπτωμάτων του υποθυρεοειδισμού και την αποκατάσταση του ευθυρεοειδικού status (Escobar-Morreale et al., 2015). Ωστόσο, ορισμένοι ασθενείς ενδέχεται να μην επιτύχουν πλήρη ύφεση των συμπτωμάτων παρά την επαρκή θεραπεία υποκατάστασης, γεγονός που υποδηλώνει την ανάγκη για εξατομικευμένη προσέγγιση και περαιτέρω έρευνα.

 

Μελέτες μετά την κυκλοφορία, ασφάλεια και φαρμακοκινητική

Μελέτες μετά την κυκλοφορία της λεβοθυροξίνης έχουν επιβεβαιώσει το ευνοϊκό προφίλ ασφάλειας του φαρμάκου. Σε μια μεγάλη αναδρομική μελέτη κοόρτης, η μακροχρόνια χρήση λεβοθυροξίνης δεν συσχετίστηκε με αυξημένο κίνδυνο καρδιαγγειακών συμβάντων ή καταγμάτων (Hennessey, 2017). Ωστόσο, η υπερδοσολογία λεβοθυροξίνης μπορεί να οδηγήσει σε ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με τον υπερθυρεοειδισμό, υπογραμμίζοντας τη σημασία της προσεκτικής παρακολούθησης και της εξατομικευμένης προσαρμογής της δόσης. Όσον αφορά τη φαρμακοκινητική, η λεβοθυροξίνη απορροφάται ταχέως από τον γαστρεντερικό σωλήνα, με τη μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα να επιτυγχάνεται εντός 2-4 ωρών μετά τη χορήγηση (Shah et al., 2019). Ο χρόνος ημίσειας ζωής της λεβοθυροξίνης κυμαίνεται από 6 έως 7 ημέρες, επιτρέποντας την άπαξ ημερησίως χορήγηση. Η συστηματική έκθεση στη λεβοθυροξίνη μπορεί να επηρεαστεί από παράγοντες όπως η ηλικία, το σωματικό βάρος και η παρουσία ορισμένων συννοσηροτήτων, καθιστώντας απαραίτητη την εξατομικευμένη προσέγγιση της δοσολογίας.

 

Αξιολόγηση σε σχέση με εναλλακτικές θεραπείες

Η λεβοθυροξίνη (φάρμακο Accu-Thyrox, Eltroxin, Euthyrox, Levothyroid κ.α.) αποτελεί την πρώτη επιλογή για τη θεραπεία του υποθυρεοειδισμού, ωστόσο υπάρχουν και εναλλακτικές θεραπευτικές προσεγγίσεις. Μια από αυτές είναι η συνδυαστική θεραπεία με λεβοθυροξίνη και λιοθυρονίνη, η οποία περιέχει συνθετική τριιωδοθυρονίνη (Τ3). Ορισμένοι ασθενείς ενδέχεται να ωφεληθούν από τη συνδυαστική θεραπεία, ιδιαίτερα εκείνοι που εμφανίζουν παρατεταμένα συμπτώματα παρά την επαρκή θεραπεία με λεβοθυροξίνη (φάρμακο Accu-Thyrox, Eltroxin, Euthyrox, Levothyroid κ.α.). Ωστόσο, οι περισσότερες κατευθυντήριες οδηγίες δεν συνιστούν τη συνδυαστική θεραπεία ως θεραπεία πρώτης γραμμής, καθώς δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία που να υποστηρίζουν την υπεροχή της έναντι της μονοθεραπείας με λεβοθυροξίνη στο γενικό πληθυσμό των υποθυρεοειδικών ασθενών (Escobar-Morreale et al., 2015). Άλλη εναλλακτική επιλογή είναι η χρήση φυσικών εκχυλισμάτων θυρεοειδούς, τα οποία περιέχουν συνδυασμό θυρεοειδικών ορμονών. Αν και ορισμένοι ασθενείς ενδέχεται να προτιμούν τα φυσικά εκχυλίσματα, η σύνθεση και η ποιότητά τους μπορεί να ποικίλλουν, γεγονός που δυσχεραίνει την τιτλοποίηση της δόσης και την επίτευξη σταθερού ευθυρεοειδικού status (Hennessey, 2017).

 

Ευρήματα από συνθετικές μελέτες και μετα-αναλύσεις

Πολυάριθμες συνθετικές μελέτες και μετα-αναλύσεις έχουν αξιολογήσει την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια της λεβοθυροξίνης στη θεραπεία του υποθυρεοειδισμού. Σε μια συστηματική ανασκόπηση και μετα-ανάλυση 21 τυχαιοποιημένων ελεγχόμενων δοκιμών, η λεβοθυροξίνη αποδείχθηκε αποτελεσματική στη βελτίωση των συμπτωμάτων του υποθυρεοειδισμού και την αποκατάσταση των φυσιολογικών επιπέδων των θυρεοειδικών ορμονών (Escobar-Morreale et al., 2015). Επιπλέον, μια μετα-ανάλυση 13 μελετών κατέδειξε ότι η θεραπεία με λεβοθυροξίνη συσχετίστηκε με μειωμένο κίνδυνο καρδιαγγειακών συμβάντων και θνησιμότητας σε ασθενείς με υποκλινικό υποθυρεοειδισμό (Shah et al., 2019). Ωστόσο, παρά τα ευνοϊκά αποτελέσματα, ορισμένοι ασθενείς ενδέχεται να μην επιτύχουν πλήρη ύφεση των συμπτωμάτων με τη μονοθεραπεία με λεβοθυροξίνη. Μια μετα-ανάλυση 11 μελετών διερεύνησε τη συνδυαστική θεραπεία με λεβοθυροξίνη και λιοθυρονίνη σε σύγκριση με τη μονοθεραπεία με λεβοθυροξίνη, χωρίς να εντοπίσει σημαντικές διαφορές στα συμπτώματα, την ποιότητα ζωής ή τις ανεπιθύμητες ενέργειες μεταξύ των δύο προσεγγίσεων (Hennessey, 2017).

 

Μελλοντικοί ερευνητικοί στόχοι και προοπτικές

Παρά την εκτεταμένη χρήση της λεβοθυροξίνης στην κλινική πράξη, υπάρχουν ακόμη πτυχές της θεραπείας του υποθυρεοειδισμού που χρήζουν περαιτέρω διερεύνησης. Ένας βασικός ερευνητικός στόχος είναι η αναγνώριση των παραγόντων που επηρεάζουν την ατομική ανταπόκριση στη θεραπεία με λεβοθυροξίνη και η ανάπτυξη εξατομικευμένων θεραπευτικών προσεγγίσεων. Η διερεύνηση γενετικών πολυμορφισμών που σχετίζονται με τον μεταβολισμό και τη δράση των θυρεοειδικών ορμονών θα μπορούσε να συμβάλει στην προσαρμογή της θεραπείας με βάση το γονιδιακό προφίλ του ασθενούς (Shah et al., 2019). Επιπλέον, απαιτούνται μεγάλες, καλά σχεδιασμένες κλινικές δοκιμές για την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας και της ασφάλειας των εναλλακτικών θεραπευτικών προσεγγίσεων, όπως η συνδυαστική θεραπεία με λεβοθυροξίνη και λιοθυρονίνη, σε επιλεγμένους πληθυσμούς ασθενών. Η αναζήτηση νέων τρόπων χορήγησης της λεβοθυροξίνης, όπως τα υγρά σκευάσματα ή τα υπογλώσσια δισκία, θα μπορούσε να βελτιώσει τη βιοδιαθεσιμότητα και τη συμμόρφωση των ασθενών στη θεραπεία (Escobar-Morreale et al., 2015). Τέλος, η διενέργεια μελετών παρατήρησης μεγάλης κλίμακας και μακροχρόνιας παρακολούθησης θα συμβάλει στην καλύτερη κατανόηση των μακροπρόθεσμων επιδράσεων της θεραπείας με λεβοθυροξίνη στην υγεία και την ποιότητα ζωής των ασθενών με υποθυρεοειδισμό.

 

Επιγραμματικά

Η λεβοθυροξίνη (φάρμακο Accu-Thyrox, Levothyroid κ.α.) αποτελεί τη θεραπεία εκλογής για τον υποθυρεοειδισμό, μια ενδοκρινική διαταραχή που χαρακτηρίζεται από ανεπαρκή παραγωγή θυρεοειδικών ορμονών. Ως συνθετικό ανάλογο της ενδογενούς ορμόνης θυροξίνης (Τ4), η λεβοθυροξίνη αποκαθιστά τα φυσιολογικά επίπεδα των θυρεοειδικών ορμονών και ανακουφίζει τα συμπτώματα του υποθυρεοειδισμού. Η δοσολογία της λεβοθυροξίνης εξατομικεύεται βάσει παραγόντων όπως η ηλικία, το σωματικό βάρος και η αιτία του υποθυρεοειδισμού, με στόχο την επίτευξη και διατήρηση του ευθυρεοειδικού status. Παρά την αποτελεσματικότητα και την ασφάλειά της, η λεβοθυροξίνη ενδέχεται να προκαλέσει ανεπιθύμητες ενέργειες, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις υπερδοσολογίας, καθιστώντας απαραίτητη την προσεκτική παρακολούθηση και την τακτική αξιολόγηση των ασθενών. Η αλληλεπίδραση της λεβοθυροξίνης με άλλα φάρμακα, τρόφιμα και συμπληρώματα διατροφής μπορεί να επηρεάσει την απορρόφηση και τη δράση της, γεγονός που απαιτεί προσοχή και κατάλληλες προσαρμογές. Αν και η λεβοθυροξίνη παραμένει η πρώτη επιλογή για τη θεραπεία του υποθυρεοειδισμού, εναλλακτικές προσεγγίσεις, όπως η συνδυαστική θεραπεία με λιοθυρονίνη ή η χρήση φυσικών εκχυλισμάτων θυρεοειδούς, ενδέχεται να ωφελήσουν ορισμένους ασθενείς. Ωστόσο, απαιτούνται περαιτέρω έρευνες για την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας και της ασφάλειας αυτών των εναλλακτικών θεραπειών. Μελλοντικοί ερευνητικοί στόχοι περιλαμβάνουν την ανάπτυξη εξατομικευμένων θεραπευτικών προσεγγίσεων, τη διερεύνηση νέων τρόπων χορήγησης της λεβοθυροξίνης και τη διενέργεια μακροχρόνιων μελετών για την κατανόηση των επιπτώσεων της θεραπείας στην υγεία και την ποιότητα ζωής των ασθενών με υποθυρεοειδισμό.

gnosiatriki.gr

 

ΠΡΟΣΟΧΗ: Η λήψη φαρμάκων χωρίς ιατρική επίβλεψη μπορεί να αποβεί επικίνδυνη για την υγεία σας. Ακολουθείτε πάντα τις οδηγίες που αναγράφονται στις συσκευασίες των φαρμακευτικών σκευασμάτων, καθώς ενδέχεται να υπάρχουν αλλαγές στις προδιαγραφές των προϊόντων που προμηθεύεστε. Τα εμπορικά ονόματα που χρησιμοποιούνται σε αυτό το κείμενο είναι απλώς παραδείγματα δημοφιλών φαρμάκων με τις ουσίες που περιγράφονται, αλλά η ακριβής σύσταση μπορεί να διαφέρει από προϊόν σε προϊόν. Εδώ, η έμφαση δίνεται στις δραστικές ουσίες και όχι στα εμπορικά ονόματα. Τα ονόματα των φαρμάκων παρατίθενται μόνο για την ευκολία των αναγνωστών, αλλά πρέπει να διαβάζετε τις οδηγίες του κάθε σκευάσματος που θα χρησιμοποιήσετε καθώς μπορεί να διαφέρει. Η συνεχής επικοινωνία με τον γιατρό και τον φαρμακοποιό σας είναι απαραίτητη. Μην καταφεύγετε ποτέ στην αυτοχορήγηση φαρμάκων, γιατί εκθέτετε την υγεία σας σε σημαντικούς κινδύνους.

 

Βιβλιογραφία

  1. Shah, H. S., Chaturvedi, K., Hamad, M., Bates, S., & Hussain, A. (2019). New insights on solid-state changes in the levothyroxine sodium pentahydrate during dehydration and its relationship to chemical instability. AAPS PharmSciTech, 20(1), 39. link.springer
  2. Escobar-Morreale, H. F., Botella-Carretero, J. I., Escobar del Rey, F., & Morreale de Escobar, G. (2015). Treatment of hypothyroidism with levothyroxine or a combination of levothyroxine plus L-triiodothyronine. Best Practice & Research Clinical Endocrinology & Metabolism, 29(1), 57-75. sciencedirect
  3. Hennessey, J. V. (2017). The emergence of levothyroxine as a treatment for hypothyroidism. Endocrine, 55(1), 6-18. link.springer

 

Συχνές Ερωτήσεις

Τι είναι η λεβοθυροξίνη (φάρμακα Accu-Thyrox, Eltroxin, Euthyrox κ.α.);

Η λεβοθυροξίνη είναι μια συνθετική μορφή της θυρεοειδικής ορμόνης θυροξίνης (Τ4). Χρησιμοποιείται ως θεραπεία υποκατάστασης για τον υποθυρεοειδισμό. Συμβουλευτείτε τον ιατρό σας για την κατάλληλη δοσολογία και παρακολούθηση.

Ποιες είναι οι ενδείξεις χρήσης της λεβοθυροξίνης (φάρμακα Accu-Thyrox, Eltroxin, Euthyrox κ.α.);

Η λεβοθυροξίνη ενδείκνυται για τη θεραπεία του υποθυρεοειδισμού, της καλοήθους βρογχοκήλης και για την καταστολή της υποτροπής του θυρεοειδικού καρκίνου. Ο ιατρός σας θα καθορίσει εάν είναι κατάλληλη για εσάς.

Πώς λαμβάνεται η λεβοθυροξίνη (φάρμακα Accu-Thyrox, Eltroxin, Euthyrox κ.α.);

Η λεβοθυροξίνη λαμβάνεται από το στόμα, συνήθως μία φορά την ημέρα με άδειο στομάχι, 30-60 λεπτά πριν το πρωινό. Ακολουθήστε προσεκτικά τις οδηγίες του ιατρού σας και διαβάστε το φύλλο οδηγιών.

Ποιες είναι οι πιθανές παρενέργειες της λεβοθυροξίνης (φάρμακα Accu-Thyrox, Eltroxin, Euthyrox κ.α.);

Οι συχνότερες παρενέργειες περιλαμβάνουν ταχυκαρδία, αϋπνία, τρόμο και απώλεια βάρους. Σπανιότερα μπορεί να εμφανιστεί οστεοπόρωση ή θυρεοτοξική κρίση. Ενημερώστε αμέσως τον ιατρό σας εάν παρουσιάσετε ανεπιθύμητες ενέργειες.

Zeen is a next generation WordPress theme. It’s powerful, beautifully designed and comes with everything you need to engage your visitors and increase conversions.